δα

(I)
δᾱ (Α)
επιφωνηματική λέξη στην τραγωδία, που εκφράζει τρόμο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πιθ. πρόκειται για επιφωνηματική λ. με ευρεία χρήση στα χορικά τών Τραγικών. Κατ' άλλους, ίσως είναι δωρικός τ. τής λ. γα (πρβλ. Δημήτηρ < Δᾱμᾱτηρ, Ποσειδών < Ποτει-δᾱ-Fων)].
————————
(II)
(μόριο άκλιτο)
1. ως επιτατικό σε κατάφαση ή άρνηση («ναι δα», όχι δα»)
2. ως παρακελευσματικό για να επιτείνει την έννοια τής προστακτικής («πες μας δα»)
3. δηλώνει συγκατάβαση, μετριασμό βαριάς εκφράσεως ή μείωση τής τραχύτητας τής προστακτικής («τό ξέρουμε δα πως είσαι έξυπνος», «κάνε δα αυτό που σου λέω»)
4. χρησιμοποιείται για τη δήλωση ακριβούς προσδιορισμού χρονικής, τοπικής ή άλλης φύσεως («τώρα δα που μιλούσαμε», «εδώ δα καθόμαστε», «αυτό δα λέω κι εγώ» [=ακριβώς αυτό])
5. ως επιτατικό υποκορισμού σε συνεκφορά με το τόσος («ένας κοντοπίθηκος τόσος δα»)
6. φρ. α) «όχι δα» — εκφέρεται με έννοια θαυμασμού ή ερωτηματική και συνήθως ως ειρωνική απάντηση («δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην τόν ξέρει»
«όχι δά!»)
β) «να δα η ώρα» — για να δηλώσει ότι τα λεγόμενα δεν αρμόζουν στην περίσταση («να δα η ώρα να με βγάλεις και χρεωμένο» ή «να δα η ώρα να μας κάνει την τίμια»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. δη. Το -α είναι το κατ' εξοχήν καταληκτικό μόρφημα τών επιρρημάτων τής νέας Ελληνικής (πρβλ. ακόμα)].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.